-άδης


-άδης
(θηλ. -άδα)
κατάληξη πατρωνυμικών και μητρωνυμικών ονομάτων, που σημαίνουν γιο, κόρη ή, γενικά, απόγονο, όπως Ασκληπιός -άδης, Τελαμών -ιάδης κ.λπ.
πρβλ. νεώτ. Γεώργιος -άδης, Δημήτριος -άδης.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.